top

Ανώτερη Πλειστόκαινος

Κατά την τελευταία Παγετώδη φάση (Aνώτερη Πλειστόκαινος,

18.000 π.σ.), οι κυνηγετικές και συλλεκτικές (καρποσυλλογή, αλιεία κ.ά.) δραστηριότητες λάμβαναν χώρα κυρίως στις εκτενείς πεδινές παράκτιες εκτάσεις, στις οποίες κατέληγε η ηπειρωτική χώρα. Οι πεδιάδες αυτές συνιστούσαν σημαντικούς βιότοπους (π.χ. άγριοι καρποί, πηγές νερού) και πόλο έλξης αγελών ζώων (π.χ. ελάφια, άγριος όνος κ.ά.).

Μετά την τελευταία Παγετώδη και κατά το διάστημα της υποχώρησης των παγετώνων (Late Glacial, 13.000-10.000 π.σ.), λόγω της τήξης των παγετώνων και της ανόδου της θαλάσσιας στάθμης πολλές από αυτές τις πεδιάδες βυθίστηκαν σταδιακά, αναγκάζοντας τους κυνηγούς να στραφούν σε νέους τρόπους εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του περιβάλλοντος. Αλλού, όπως στην Ήπειρο, η σταδιακή υποχώρηση των πάγων επέτρεψε στους κυνηγούς να εξερευνήσουν την ορεινή ενδοχώρα και να εκμεταλλευτούν με συστηματικό τρόπο οικοσυστήματα που δεν είχαν ερευνηθεί στο παρελθόν λόγω των παγετώνων.

Οι στρατηγικές που χρησιμοποιήθηκαν κάθε φορά ποικίλλουν ανά περιοχή, προσαρμοσμένες στην ιδιαιτερότητα του αναγλύφου της εκάστοτε περιοχής.

Έτσι, στην Ήπειρο, μετά το 16.000 π.σ., οι κυνηγοί επισκέφτηκαν για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο την ορεινή ενδοχώρα και χρησιμοποίησαν βραχοσκεπές της περιοχής (π.χ. Κλειδί, Καστρίτσα) ως εποχικούς καταυλισμούς (θερινούς) και ως ορμητήρια για το κυνήγι ζώων με μεταναστευτική συμπεριφορά (π.χ. ελάφια). Εκμεταλλευόμενοι τις εποχικές μετακινήσεις των θηραμάτων τους και τις ιδιαιτερότητες της εντόπιας τοπογραφίας, ανέπτυξαν ένα σύστημα περιοδικά οργανωμένων μετακινήσεων από τις πεδινές παράκτιες περιοχές προς την ορεινή ενδοχώρα και αντίστροφα, με σκοπό να αυξήσουν την αποδοτικότητα των κυνηγετικών τους δραστηριοτήτων. Αντίθετα, έδειξαν πολύ μικρό ενδιαφέρον για την τροφοσυλλογή, όπως μαρτυρά η απουσία σπόρων από τα ανασκαμμένα τμήματα των βραχοσκεπών της περιοχής (π.χ. Κλειδί).

Στη Θεσσαλία, λόγω διαφορετικής τοπογραφίας (πεδινό ανάγλυφο) οι κυνηγοί χρησιμοποίησαν το σπήλαιο της Θεόπετρας ως ορμητήριο για την εκμετάλλευση της ευρύτερης περιφέρειας του σπηλαίου, όπως δείχνει η συγκέντρωση σπόρων και καρπών αλλά και η παρουσία μικροπανίδας. Η εύρεση λίθινων εργαλείων της ίδιας περιόδου κατά μήκος της όχθης του Πηνειού από τους Milojcic, Θεοχάρη και Runnels στις δεκαετίες 1950-1990 είναι πιθανώς ένδειξη κυνηγετικών δραστηριοτήτων κατά μήκος της πιο βασικής πηγής νερού στο θεσσαλικό κάμπο, του Πηνειού, με σκοπό την εξασφάλιση θηραμάτων (ελαφίδες, ιππίδες κ.ά.) κατά τη διέλευσή τους από εκεί προκειμένου να προμηθευτούν νερό.

Για την περιοχή της Αργολίδας στην Πελοπόννησο έχουμε μία πιο σαφή εικόνα των αλλαγών του τρόπου διαβίωσης κατά τη μεταβατική αυτή φάση, λόγω των αποτελεσμάτων της ανασκαφής του σπηλαίου Φράγχθι στην Ερμιονίδα, που σώζει στρώματα διαδοχικής κατοίκησης από την τελευταία Παγετώδη μέχρι και την εποχή της συστηματοποίησης της γεωργίας τη Νεολιθική εποχή.

Έτσι, μας είναι γνωστό ότι κατά την τελευταία Παγετώδη (~18.000 π.σ.), η θαλάσσια στάθμη στην περιοχή της Ερμιονίδας βρισκόταν έως και 120 μέτρα κάτω από τη σημερινή. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ένωση των σημερινών νησιών Σπετσών, Ύδρας και Δοκού με την Αργολίδα και την εμφάνιση εκτενών πεδινών εκτάσεων περιμετρικά της αργολικής χερσονήσου που συνέδεαν τα σημερινά Μέθανα με την Αττική. Οι εκτάσεις αυτές αποτέλεσαν σημαντικούς βιότοπους κατά την περίοδο των παγετώνων, αφού οι πηγές νερού που βρίσκονταν σ αυτές λειτουργούσαν ως πόλοι έλξης αγέλων άγριων ζώων, όπως του άγριου ταύρου και του άγριου όνου. Οι κυνηγοί χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριό τους τα σπήλαια Φράγχθι και Κεφαλάρι, που βρίσκονταν στην περιφέρεια των εκτάσεων αυτών (π.χ. το σπήλαιο Φράγχθι βρισκόταν τότε σε απόσταση 6 χιλιομέτρων από την ακτή), με σκοπό την εξόντωση των θηραμάτων τους (π.χ. άγριος όνος, άγριος ταύρος) και τη μεταφορά τους στους καταυλισμούς αυτούς για περαιτέρω επεξεργασία (τροφή αλλά και επεξεργασία οστών για εργαλεία).

Δε γνωρίζουμε αν οι κυνηγοί μετακινούνταν σε περιοδική βάση στα ορεινά, δεδομένου ότι δεν έχουν βρεθεί ακόμα ενδείξεις που να υποδεικνύουν μία συστηματική εποχική μετακίνηση από και προς την ορεινή ενδοχώρα. Πάντως η παρουσία καταυλισμών κατά μήκος μιας σημαντικής οδού επικοινωνίας μεταξύ της πεδιάδας της Αργολίδας και της λεκάνης της Πρόσυμνας (π.χ. οι βραχοσκεπές στο φαράγγι της Κλεισούρας) δείχνει πως και εδώ οι μετακινήσεις των κυνηγών γίνονταν στο πλαίσιο μιας προσπάθειας διεύρυνσης των ζωνών εκμετάλλευσης με σκοπό την εξασφάλιση τροφής. Και εδώ, όπως στην Ήπειρο, απουσιάζουν οι ενδείξεις εκείνες που να βεβαιώνουν ότι οι κυνηγοί επιδίδονταν σε συλλογή καρπών από τη γύρω περιοχή.

Στο διάστημα που ακολουθεί την εποχή της υποχώρησης των πάγων (13.000-10.000 π.σ.), η άνοδος της θαλάσσιας στάθμης στην περιοχή οδήγησε στο διαχωρισμό της Ύδρας από την ηπειρωτική Αργολίδα και τη σταδιακή βύθιση των πεδινών εκτάσεων της περιοχής του Σαρωνικού. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι μειώθηκε σημαντικά η απόσταση του σπηλαίου Φράγχθι από τη θάλασσα. Η συρρίκνωση των πεδινών αυτών βιότοπων και η απώλεια των θηραμάτων που διαβίωναν σ’ αυτούς έστρεψε τους κυνηγούς στην τροφοσυλλογή και την αλιεία. Παράλληλα συνεχίστηκε και το κυνήγι ζώων με μεταναστευτική συμπεριφορά, όπως του κόκκινου ελαφιού, η πυκνότητα των οστών του οποίου στο Φράγχθι δείχνει μία σαφή προτίμηση των κυνηγών σ’ αυτό εις βάρος των ιππίδων.